Προσφορά!
papagiannopoulos vivlio

Γιώργος Παπαγαννόπουλος, 2017-Η Ελλάδα υπό Νεο-οθωμανική κατοχή

€13,00 €9,00

Περιγραφή Προϊόντος

papagiannopoulos vivlio

Συγγραφέας: Γιώργος Παπαγιαννόπουλος

Σελ. 160

Ελλάδα, έτος 2.017 μ.Χ. Μετά τον πρόσφατο ελληνο-τουρκικό πόλεμο, η Ελλάδα έχει ηττηθεί με αποτέλεσμα ένα τμήμα της να έχει περιέλθει εκ νέου υπό Νέο-οθωμανική κατοχή. Ο υπόλοιπος ελλαδικός και κυπριακός χώρος έχει διχοτομηθεί, με το μεγαλύτερο εδαφικό τμήμα να κυριαρχείται από τις δυνάμεις της υποτέλειας και της συνεργασίας με την Τουρκία. Σε αυτό το περιβάλλον της παρακμής και της κατάπτωσης, οι υπάρχουσες υγιείς δυνάμεις αντιστέκονται προς δύο κατευθύνσεις:

– ενάντια τον εισβολέα

– ενάντια στην εσωτερική σήψη που εκπορεύεται από τις κυρίαρχες δυνάμεις.

Αυτή τη χρονική στιγμή, ο πρωταγωνιστής μας, ο Προκόπης, μέσα από τη δική του ωρίμανση, βρίσκει τον βηματισμό του και οδηγείται στην συνάντηση του με την αυτογνωσία και την Αντίσταση…

ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΘΝΟΣ

Και ξημέρωσε επιτέλους η μεγάλη μέρα, τέλειωσε η ξαγρύπνια χρόνων, αιώνων ίσως. Η μέρα που ονειρεύονταν πολλοί, για την οποία προσεύχονταν μυριάδες πιστοί νυχθημερόν, για την οποία έγιναν λιτανείες σε πολλά μέρη της Βόρειας Ελλάδας, σε Μοριά και Ρούμελη, σε κάμποσα νησιά, στην Μεγαλόνησο. Έληξε η νηστεία και ο εξαγνισμός δεκάδων ψυχών που με αγωνία πρόσμεναν την άγια τούτη ώρα. Η μέρα για την οποία είχαν γίνει χιλιάδες διαδηλώσεις, με αιτήματα την Ενότητα και την Αντίσταση, σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης. Η μέρα για την οποία είχαν θυσιαστεί μυριάδες για την έρημη Πατρίδα πολεμώντας τον εκάστοτε καταχτητή.
Τα σύννεφα στον ουρανό ήταν αραιά, γεγονός που επέτρεψε στις πρώτες πρωινές ηλιακτίδες να πέσουν πάνω στα πρόσωπα των αγωνιούντων παρισταμένων, να φωτίσουν λίγο την παγωνιά τους.
Είχαν αρχίσει να παίρνουν θέση πριν τα ξημερώματα. Ο καθείς, όπως όριζε η επιτευχθείσα συμφωνία. Η αγωνία στο κατακόρυφο. Το πρώτο φως του ήλιου βρήκε τα περισσότερα σώματα, αγουροξυπνημένα ή άυπνα, παραταγμένα. Όσα δεν είχαν ακόμη συγκεντρωθεί, ευρίσκοντο ήδη εν κινήσει.
Οι αντιπροσωπείες στέκονταν στην άκρη του λόφου. Περίμεναν να παραταχθούν όλοι για να διασχίσουν μιαν απόσταση ενός χιλιομέτρου, προκειμένου να συνευρεθούν στο δίπατο οίκημα, στο κέντρο του οροπεδίου, όπου θα ελάμβανε μέρος η ιεροτελεστία, όπου θα υπεγράφετο η συμφωνία. Την διάταξη επιθεωρούσε, καβάλα στο άλογο του, ο ίδιος ο Άρης Βελουχιώτης.
Στέκοταν αμίλητος, ό,τι είχε να πει το είχε πει. Όπως τότε, στους Μελισσουργούς, στην Πλατεία του χωριού, που μίλησε στους κατοίκους για την ελευθερία και την ανεξαρτησία της πατρίδας ενώ τον δρόσιζαν τα γέρικα πλατάνια, ενώ άκουγε το αδιάκοπο βουητό του παραπόταμου που κυλούσε στην λαγκάδα, όπως το είχε κάνει αμέτρητες φορές, ώσπου βρέθηκε το κεφάλι του κρεμασμένο στην πλατεία της Λαμίας και το σώμα του κανείς δεν ξέρει που. Ο ίδιος, μια ανάμνηση, μια φωτογραφία. Μια ανεκπλήρωτη υπόσχεση. Ένας αποκηρυγμένος. Μα, μετά το Προσκλητήριο, νάτος εδώ παρών, σιωπηλός και αποφασισμένος εσαεί.
Όταν πήραν όλοι την θέση τους στο λόφο και στα γύρω από το οίκημα υψώματα, παρατεταγμένοι όλοι σε έναν τεράστιο νοητό κύκλο, προκειμένου να έχουν οπτική επαφή με τα τεκταινόμενα, κίνησαν προς το σημείο της συνάντησης οι αντιπροσωπείες, η Αντιπροσωπεία, εν είδη πομπής. Μπροστά οδηγούσε πεζός ο Μανόλης Γλέζος, κρατώντας ψηλά την ελληνική σημαία, εκείνη που είχε κατεβάσει από τον Ιερό Βράχο. Πρώτοι ξεκίνησαν οι εκπρόσωποι της αίρεσης των Ατρομήτων, ήταν και ο ίδιος ο Ζόραν αναμεταξύ τους, είχε αφήσει άλλους στο πόδι του, στο βουνό, προσωρινά, ώσπου να γίνει η συμφωνία και να ξαναγυρίσει πετώντας στο μετερίζι του. Ακολουθούσαν οι Εθνοδημοκράτες και οι Σημαδεμένοι.
Στην Αντιπροσωπεία απέδιδαν τιμές, παρατεταγμένοι με εφ’ όπλου λόγχη, το Σύνταγμα Ευζώνων 5/42 του στρατηγού Πλαστήρα, του Μαύρου καβαλάρη, του υπερασπιστή της Λέσβου, της Χίου, της Δυτικής Θράκης. Ο ίδιος ο στρατηγός καθόταν παράμερα σκεφτικός, τον φρόντιζε εκείνη την στιγμή ο παππούς μου, ο Γιώργος Καλφαμανώλης. Όπως πάντα, από τότε που τον έσωσε. Στα 1922, ο παππούς μου ήτανε στρατιώτης, ηπήγε εθελοντής γιατί δεν ήτανε η ηλικία του, ήτανε μικρότερος, ηπολεμούσε με τους Έλληνες και άμα τους είπανε: «Πίσω», τραυματίστηκε. Όπως ήτανε πεσμένος κάτω και τσι χτυπούσανε οι Τούρκοι, ο πισινός του όλος είχε γίνει μεσ’ τις σφαίρες και ήτανε κάτω πεσμένος, και ποιος περνάει και τον σώζει; Ο Πλαστήρας! Γυρίζανε από τα βαθιά της Σμύρνης και τους χτυπούσανε οι Τούρκοι και κάνανε πίσω, πίσω τους ήτανε το τελευταίο τάγμα του Πλαστήρα και ερχότανε τελευταίος και αυτός. Και σαν φτάσανε στη θάλασσα, στο Δικελή θαρρώ, τους φόρτωνε στο πλοίο, όσοι ήταν τραυματίες, ο ίδιος ο Πλαστήρας, έτσι και τον παππού μου τον σήκωσε στην πλάτη και τον επήγε στο πλοίο, τον έσωσε, γι’ αυτό έκτοτε ο παππούς μου τον τρατάρει όποτε συναντηθούνε, τον περιποιείται, καλή ώρα όπως τώρα.
Πλάι στους ευζώνους απέδιδε τιμές με την σειρά του το 30ο Σύνταγμα του Ε.Λ.Α.Σ., το Θεσσαλικό ιππικό του καπετάν-Μπουκουβάλα, δίπλα του ο συνταγματάρχης Ψαρρός του ΕΚΚΑ. Ακολουθούσε μια μακρά παράταξη τμημάτων ανάμεσα στα οποία μπορούσε κάποιος να διακρίνει το Τμήμα των Γαριβαλδινών με τις πολύχρωμες σημαίες του, λίγο άναρχα τοποθετημένους, όπως περίπου στο Alosanfan, καθώς και λογής λογής Καρμπονάροι. Πλάι τους, μια ομάδα παρτιζάνων συμπατριωτών τους τραγουδούσε το Bella Ciao. Πιο κει, παρατεταγμένοι οι υπέργηροι μαχητές του Π.Α.Κ. Δυτικής Γερμανίας – Δυτικού Βερολίνου κρατούσαν περήφανα την κόκκινη σημαία του Π.Α.Κ. (Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος) με το κίτρινο αστέρι στην άκρη της, ψάλλοντας τον Ύμνο τους: «Τη Υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, ως λυτρωθείσα των δεινών ευχαριστήρια, αναγράφω σοι η πόλις σου, Θεοτόκε». Πλάι, συντεταγμένοι, βλοσυροί, οι αξιωματικοί της «Δημοκρατικής Αμύνης». Οι φωνές έσμιγαν με άσματα προερχόμενα από κάποιο άλλο σημείο νοτιότερα, όπου ακούγονταν τραγούδια της Σοφίας Βέμπο που κι αυτά με τη σειρά τους μπερδεύονταν με άσματα του Τσιτσάνη και μουσικές του Μίκη. Πλάι τους, προσεύχονταν μοναχοί του Αγίου Όρους, τους οποίους προστάτευαν Μεσαιωνικοί Ζηλωτές από την Θεσσαλονίκη. Περήφανο τιμητικό άγημα από την Μεγαλόνησο με τους αθάνατους Γρηγόρη Αυξεντίου, Ευαγόρα Παλληκαρίδη, Μιχαλάκη Καραολή, Ανδρέα Δημητρίου, Τάσο Ισαάκ, Σολωμό Σολωμού.
Προς τιμήν τους, ο ποιητής της Ρωμιοσύνης απάγγελνε κείνη την ώρα στίχους από τον «Αποχαιρετισμό», ποίημα γραμμένο για τον Γρηγόρη Αυξεντίου:
«Ο πατέρας θα με γνωρίσει στο νεκροτομείο απ’ τις χοντρές ελληνικές κοκκάλες μου, όμοιες με τις δικές του
κι απ’ το σταυρό της πατρίδας πούχα φυλαχτάρι μες στις τρίχες του κόρφου μου.
Μιλάω για μένα σα νάμαι ερωτευμένος με τα μένα…
…Τη λευτεριά το λοιπόν ο καθένας μας τήνε χρωστάει σ’ όλους.
Μια λευτεριά μονάχα για τον έναν δε φελάει σε τίποτα (αν υπάρχει)…
…Πήρα τ’ όπλο. Κι ανέβηκα στο βουνό. Έτσι βρέθηκα σε τούτη τη σπηλιά που το στόμιο της βλέπει ολόισα στον ήλιο»…1
Παρών κι ο Γαλλικός φιλελληνισμός δια αντιπροσώπων: «Ελλάδα μην διστάζεις, με τις δικές μας ευχές θα δοξαστείς».
Στο πιο ψηλό σημείο, ως ένδειξη αιώνιας τιμής, είχαν αφήσει να παραταχθούν οι χάρτινοι Τριακόσιοι του Λεωνίδα, δια χειρός Φρανκ Μίλερ. Ήχος παιάνων στην διαπασών, σε ζωντανή σύνδεση.
Στην παρακείμενη τεχνητή Λίμνη, πάλι, είχαν ρίξει άγκυρα για να μπορούν τα πληρώματα τους να παρακολουθούν το Γεγονός με ησυχία, μια αθηναϊκή τριήρης της εποχής της Σαλαμίνιας ναυμαχίας και το θωρηκτό «Ποτέμκιν».
Αυτοκρατορικό Μεσαιωνικό σώμα, υπό τον Αυτοκράτορα Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο, έκανε αναπαράσταση κυκλικών κινήσεων σε φαντασιακό πεδίο μάχης.
Τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ υπερίπταντο αεικίνητα, προστατευτικά, το φως του Ήλιου τα διαπερνούσε.
Σαν διάφανες φιγούρες, ο Ίων Δραγούμης και η Πηνελόπη Δέλτα.
Παρακολουθούσαν ανάμεσα στο πλήθος, συγκινημένοι και σιωπηλοί, οι ήρωες της ιστορίας μας, ο Προκόπιος, ο αφηγητής του Μυριοκέφαλου, και ο μακρινός «απόγονός» του, ο συνονόματος Προκόπης. Κρατούσε στην αγκαλιά του την Ισμήνη, την ίδια στιγμή που ο Ανδρέας ο «Δικαστής» του χάιδευε τρυφερά το κεφάλι, και η μάνα του, η Καλή, του έστελνε ένα τρυφερό φιλί.
Όλες οι Ελλάδες παρατεταγμένες – πλην «Λακεδαιμονίων».
Πριν το τέλος του δρομολογίου, λίγο πριν φτάσουν στο οίκημα, τους περίμεναν με ανυπομονησία και έκδηλη συγκίνηση οι αρχικοί εταίροι της Φιλικής Εταιρείας, καθώς επίσης ένας Κομνηνός και δυο Παλαιολόγοι, ναι, ο ένας ήταν ο ίδιος ο Υπερασπιστής της Πόλης, ο Κωνσταντίνος. Αγκαλιάστηκαν, ασπάστηκαν βουβά, προχώρησαν.
Σαν έφτασαν οι αντιπροσωπείες, η Αντιπροσωπεία, έξω από το δίπατο σπίτι, τους ευλόγησε αυτοπροσώπως ο Πατριάρχης Αθηναγόρας.

Ακολούθησε η Θεία λειτουργία, στο τέλος οι πρωταγωνιστές μετάλαβαν των Αχράντων μυστηρίων και μοιράστηκε πρόσφορο σε όλους.
Και έκλεισαν με τον φοβερό όρκο, με χέρια που στάζαν βουτηγμένα μέσα σε αίματα ανάκατα εχθρών και δικών τους, πίνοντας Θεία Κοινωνία, πως δεν θα σταματήσουν αν δεν ελευθερώσουν κάθε σπιθαμή εδάφους από την Ελλάδα του 20ού αιώνα και της Κύπρου, όσες θυσίες και αν χρειαστούν, όσα χρόνια και αν περάσουν. Πως δεν θα λογαριάσουν θυσίες για τους ίδιους και τις οικογένειες τους, για τους απογόνους τους, που καλύτερα να εξαφανίζονταν αν ήταν να μην ζήσουν λεύτεροι και περήφανοι. Όπως έκαμαν και οι πρόγονοί τους. Πως δεν θα ξαναθήκιαζαν τα σπαθιά τους αν δεν λεπίδωναν και τον τελευταίο εισβολέα, αν το τούρκικο αίμα δεν έβαφε κόκκινη όλη την θάλασσα, απ’ το Αιγαίο ως τον Βόσπορο, αν δεν ξερίζωναν συθέμελα τους όρχεις και του τελευταίου της Φάρας των ατάκτων. (Ήμαρτον Κύριε). Ως την Λύτρωση. Δεν θα σταμάταγαν αν δεν ξεπάστρεφαν τον Νόθο και την αίρεση των Ορφανών, αν δεν τους έκαναν να φτύσουν της μάνας τους το γάλα. Αν δεν καθάριζαν την Αθήνα από τους πάντα πρόθυμους, τους εμπόρους, τα παράσιτα. Και επειδή όλα τούτα ήταν πολύ δύσκολα, ξεπερνούσαν τον υπάρχοντα συσχετισμό, ορκίζονταν και επικαλούνταν τους προγόνους τους, τα Ιερά και τα Όσια, τα υπάρχοντα οστά των Ελλήνων τα ιερά, τα Θεία, Θεούς και Δαίμονες. Χτυπιόντουσαν, μοιρολογούσαν, την μια στιγμή. Παίρναν θάρρος από τους πιο ψύχραιμους διπλανούς τους, την επομένη. Ήταν όλοι εκεί παρόντες, αποφασισμένοι, σε αγώνα δίχως επιστροφή. Μέχρι θανάτου. Στα Μαρμαρένια Αλώνια. Με κριτή την Ιστορία.

«…και ταπεινώσει τους εχθρούς υπό τας χείρας ΗΜΩΝ»

Κι όσοι νεκροί δεν είχαν αναστηθεί, για να παρίστανται, παρακολουθούσαν τα τεκταινόμενα άυλοι, από τους ανοιγμένους τάφους τους, που ανοίξαν μεμιάς με τρομερό κρότο τούτη την στιγμή για μία και μοναδική φορά.
Κι όσες μανάδες ήταν παρούσες, τους φίλαγαν όλους, δίχως διάκριση, δικούς ή ξένους, ζώντες και τεθνεώτες, με κλάματα ή με φωνές τους ξορκίζαν, Ίτε Παίδες Ελλήνων. Διώξτε την χολέρα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Γιάννη Ρίτσου: «Αποχαιρετισμός»