Προσφορά!
karampelias_aftonomia

Γιώργος Καραμπελιάς, Κρίση του κεφαλαίου και αυτονομία

€10,00 €6,00

Περιγραφή Προϊόντος

karampelias_aftonomia

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Ι. ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

 ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ

Α’. Η οικονομική πραγματικότητα και οι

«νόμοι» της

Β’. Οι θεμελειώδεις νομοί του καπιταλισμού

Γ’. Για τον νεοκαπιταλισμό

Δ’. Κρίση του νεοκαπιταλισμού

Ε’. Επαναστατικό υποκείμενο – κοινωνικό

εργοστάσιο

ΙΙ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Εισαγωγή

Α’. Ο σημερινός κόσμος

Β’. Η γενική προοπτική

Γ’. Το παγκόσμιο κίνημα

ΙΙΙ. Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΣΥΝΘΕΣΗ

ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ

Α’. Ο κίνδυνος του κρατικού καπιταλισμού

Β’. Διαφορές και ενότητα του προλεταριάτου

Γ’. Πολιτική και οικονομία

Δ’. Για την ελληνική σύνθεση

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

 

Τα κείμενα που συγκεντρώσαμε σ’ αυτή την έκδοση με το γενικό τίτλο, ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ είναι τρία.

Το πρώτο –«Κρίση τον νεοκαπιταλισμού και επαναστατικό υποκείμενο»– είναι πρόσφατο κείμενο, και προσπαθεί να αναλύσει τη σύγχρονη καπιταλιστική κρίση από την άποψη των δομικών χαρακτηριστικών της. Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται για πρώτη φορά,

Και αποτέλεσε  τη βάση εισήγησης που έγινε μ’ αυτό το θέμα σε κύκλο συζητήσεων.

Το δεύτερο –«Ανάλυση πάνω στη διεθνή κατάσταση»– είναι το παλιότερο από τα τρία –γράφτηκε το Νοέμβρη του 1976– και αποτέλεσε μια απόπειρα σφαιρικής, και όσο γίνεται λεπτομερέστερης ανάλυσης των παγκόσμιων αντιθέσεων. Εννοείται ότι σ’ αυτή την έκδοση έχουν γίνει μερικές περικοπές και έχουν προστεθεί κάποιες σημειώσεις, που το μεταβάλουν σε ένα κείμενο διαφορετικό απο το παλιό, αρκετά σύγχρονο.

Το τρίτο κείμενο –«Η σημερινή σύνθεση τον παγκόσμιου προλεταριάτου»– εξετάζει τα ζητήματα της διαμόρφωσης των δυνάμεων του παγκόσμιου προλεταριάτου και της δυνατότητας ή όχι μιας επαναστατικής τους σύνθεσης. Αυτό το κείμενο γράφτηκε το Φλεβάρη του 1979 και δημοσιεύεται αυτούσιο.

Η συγκέντρωση αυτών των τριών κειμένων που έχουν μεταξύ τους μια  απόσταση 6 χρόνων το πρώτο από το δεύτερο, ενώ το τρίτο απέχει όμοια τρία χρόνια και από τα δυο, ανταποκρίνεται σε μια βασική προσπάθεια:

Να δοθεί μια εικόνα της παγκόσμιας πραγματικότητας και του ανταγωνισμού, των δυνάμεων της ανατροπής, από μια πολύμορφη σκοπιά. Έτσι το πρώτο κείμενο αποπειράται βασικά μια δομική -«οικονομική» ανάλυση της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης, και

Εξετάζει το ρόλο της παρέμβασης της πάλης των τάξεων στην εξέλιξή της όπως και τη διαμόρφωση τον επαναστατικού υποκείμενου, βασικά στον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κόσμο. Το δεύτερο, το παλιότερο κείμενο, προσπαθεί να καταγράφει συγκεκριμένα –ακόμα και γεωγραφικά– την παγκόσμια κατάσταση και τις παγκόσμιες αντιθέσεις, όχι τόσο από τη σκοπιά της παραγωγής, όπως κάνει το πρώτο κείμενο, επιμένοντας ιδιαίτερα πάνω στην ανάλυση της Ρωσίας και της Κίνας και τη γέννηση του κρατικού καπιταλισμού –πράγμα που κάναμε για πρώτη φορά– και ταυτόχρονα προσπαθεί να ιεραρχήσει αυτές τις αντιθέσεις.

Το τρίτο, τέλος, θέλει να δώσει τη σκοπιά της πολυμορφίας του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος εξετάζοντας το από την «εσωτερική» σκοπιά, δηλαδή τις κινητήριες δυνάμεις που οδηγούν –μέσα στις συνθήκες της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης– στη διαμόρφωση του επαναστατικού υποκείμενου.

Δηλαδή καθένα απ’ αυτά τα κείμενα πιάνει μια διαφορετική σκοπιά της πραγματικότητας γι’ αυτό και κρίνουμε σκόπιμο να δημοσιευτούν μαζί.

Τα τρία αυτά κείμενα έχουν ένα κοινό σημείο αναφοράς –ξεκινάνε από τη διαπίστωση της καπιταλιστικής κρίσης, κινούνται στον «αστερισμό της κρίσης», μ’ αυτή την έννοια έχουν ένα στοιχείο επικαιρότητας και αμεσότητας σε πολιτικό επίπεδο.

Όμως για μας εκείνο που είναι το καθοριστικό, εκείνο που έσπρωξε τελικά και στην έκδοση τους, είναι η «σκοπιά» της ανάλυσης.

 

* * *

 

Και εδώ θα πρέπει να επεκταθούμε, γιατί πιστεύουμε ότι είναι το αποφασιστικό σημείο. Η μαρξιστική σκέψη, τουλάχιστο στην περίοδο της Δεύτερης και της Τρίτης Διεθνούς χαρακτηριζόταν από μια βασική διχοτομία στο επίπεδο της ανάλυσης. Έτσι στο επίπεδο της πολιτικής ανάλυσης, της ανάλυσης της συγκυρίας, της συγκεκριμένης εξέλιξης της πάλης των τάξεων, η ανάλυση προσπαθούσε να είναι μια εξέταση «υποκειμενικών» δυνάμεων, δηλαδή των τάξεων, που γινόταν δεκτό πως καθόριζαν την πολιτική πραγματικότητα, αλλά επειδή «σε τελευταία ανάλυση η πολιτική είναι συμπυκνωμένη οικονομία», τον τελευταίο λόγο τον είχαν οι δυνάμεις της «οικονομίας». Όμως αυτές, συμφωνά με το ίδιο σύστημα σκέψης, ήταν δυνάμεις που ξέφευγαν από την άμεση επίδραση των ατόμων και ανάγονταν στους «αντικειμενικούς νόμους» της κίνησης του κεφαλαίου. Μ’ άλλα λόγια η πολιτική πάλη μπορούσε να καθορίζει την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, αλλά τελικά δεν ήταν παρά αντανάκλαση των οικονομικών νόμων. Αυτή η αντίληψη ήταν καταστροφική τόσο για τη μαρξιστική ανάλυση όσο και, πράγμα που είναι σοβαρότερο, για την ίδια την πολιτική πάλη.

Η μαρξιστική ανάλυση εγκλωβιζόταν έτσι σε μια μηχανιστική αντίληψη για την κοινωνική κίνηση, αντίληψη που μετέβαλε την κοινωνία –εδώ την οικονομία– σε φυσική διαδικασία, που υπόκειται δηλαδή σε νόμους σχεδόν φυσικούς, ενώ η ανθρώπινη πολιτική πάλη, που καθορίζεται δηλαδή από τη ζωή των ανθρώπων, από την πάλη των ανθρώπων, δεν είχε παρά σχετικά όρια αυτονομίας, μέχρι να προσκρούσει στο αδιαπέραστο τείχος της –σε τελική ανάλυση– «κυρίαρχης» οικονομικής δομής. Η κοινωνική δομή γινόταν αδιαπέραστη από την πολιτική πάλη, και η πολιτική πάλη ένα είδος μιας κάποιας μοιρολατρίας. Το κεφάλαιο θα οδηγούνταν στην «καταστροφή» με βάση κάποιους «αναπόφευκτους νόμους». Το αποτέλεσμα λοιπόν ήταν ότι η λεγόμενη μαρξιστική σκέψη αρνούνταν για πάνω από πενήντα χρόνια, και στη συντριπτική της πλειοψηφία, κι αρνείται ακόμα και σήμερα, τόσο να ενσωματώσει στην αντίληψή της για τον καπιταλισμό όλες τις οικονομικές αλλαγές που η πολιτική πάλη έφερε στο κεφάλαιο από το 1917 και μετά,

Όσο και να κατανοήσει στο πολιτικό επίπεδο τις αλλαγές αυτές του κεφαλαίου, με αποτέλεσμα την οικτρή αποτυχία των αναλύσεων της, και την πολιτική της αναποτελεσματικότητα.

Αδυνατούσε δηλαδή να δει αυτό που είχε πραγματώσει η εργατική τάξη το 1917, την ανατροπή της κυριαρχίας του κεφαλαίου στη Ρωσία –έστω και πρόσκαιρα– και την αλλαγή των όρων κυριαρχίας του κεφαλαίου σε όλο τον υπόλοιπο καπιταλιστικό κόσμο σε μόνιμη βάση. Ακόμα χειρότερα αδυνατούσε να δει αυτό που έβλεπε η αστική επιστήμη ήδη από το 1920 –που ολοκληρώθηκε θεωρητικά με τη «Γενική θεωρία» του Κέυνς το 1936 και που εφαρμόστηκε ήδη από το ρουζβελτιανό Νιου Ντηλ– τη μεταβολή δηλαδή της πολιτικής και της πάλης των τάξεων σε απαραίτητο στοιχείο της ισορροπίας του καπιταλιστικού συστήματος. Και ενώ η εργατική τάξη και το κεφάλαιο πραγμάτωναν μια θεωρητική και πρακτική επανάσταση, η «μαρξιστική» αντίληψη έπαιρνε όλο και περισσότερο διαζύγιο με την πραγματικότητα. Ακόμα και σήμερα οι περισσότεροι «μαρξιστές» ισχυρίζονται ότι η εργατική τάξη εξαθλιώνεται απόλυτα στον καπιταλισμό –κάτι που ούτε ο Μαρξ δεν είχε υποστηρίξει– ή ότι το «χρυσό ισοδύναμο» παραμένει η βάση του νομίσματος, ή ότι παραπέρα η εργατική δύναμη συνεχίζει να πληρώνεται στην αξία της, όταν οι αστοί θεωρητικοί εδώ και πενήντα χρόνια μιλάνε για την επίδραση των συνδικάτων στην αλλαγή της αξίας της εργατικής δύναμης, ενώ αυτοί που υποτίθεται ότι ασχολούνται με τα συνδικάτα υποστηρίζουν πως ….όχι, η εργατική δύναμη πληρώνεται πάντα στην αξία της. Πράγμα που φυσικά γεννάει το εξής παράδοξο. Γιατί λοιπόν θα πρέπει να ασχολούμαστε με τα συνδικάτα, αφού δε βγαίνει τίποτε; Γιατί –έτοιμη η απάντηση– τα συνδικάτα αποτελούν «σχολείο της εργατικής τάξης, για την επανάσταση». Δηλαδή όλοι οι εργάτες είναι χαζοί, που μπαίνουν στα συνδικάτα από αυταπάτη, κάνουν απεργίες από αυταπάτη, και όταν το ανακαλύψουν… (φυσικά ακόμα δεν το ανακάλυψαν!).

Καταλαβαίνουμε λοιπόν σε τι παραλογισμούς οδηγεί αυτή η αντίληψη.

Και όμως εξακολουθεί –από καθαρά «μαρξιστική» άποψη (sic)– να κυριαρχεί, αν πάρουμε την Ελλάδα, ακόμα και στους «εξωκοινοβουλευτικούς».

Το «υποκείμενο της ιστορίας», οι μάζες, δεν αποτελούν παρά ένα χυδαίο γρανάζι των «νόμων» της οικονομίας, την εργατική δύναμη, το μεταβλητό κεφάλαιο που μένει στη θέση του. Και τότε που βρίσκεται η εξέγερση, η αυτονομία της εργασίας, η αυτονομία απέναντι στο κεφάλαιο;

Και εδώ ερχόμαστε στη βασική αντίληψη που διαπνέει αυτά τα κείμενα. Οι «νόμοι» της ιστορίας, οι νόμοι της οικονομίας, διαμορφώνονται και αλλάζουν κάτω από την επίδραση της πάλης των τάξεων. Αυτή είναι η κατευθυντήρια γραμμή. Ο κινητήρας της εξέλιξης του κεφαλαίου δεν είναι απλά η «συσσώρευση», η τεχνική καινοτομία, ο ανταγωνισμός, είναι πάνω απ’ όλα η πάλη του κεφαλαίου, της νεκρής εργασίας, του σταθερού κεφαλαίου, να υποτάξει τη ζωντανή εργασία, να την κομματιάσει, να της αποσπάσει περισσότερα. Οι εργασιακές μέθοδοι του κεφαλαίου, δεν είναι παρά προσπάθεια έντασης της εκμετάλλευσης, κλπ. Η είσοδος του κράτους σα ρυθμιστή της οικονομίας, ο κεϋνσιανισμος, είναι ακριβώς η προσπάθεια ένταξης της εργατικής τάξης στη γενική ισορροπία του κεφαλαίου, την ισορροπία προσφοράς και ζήτησης, η προσπάθεια μεταβολής της επαναστατικής αυτονομίας του προλεταριάτου, από το 1917 και μετά, σε συντελεστή της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Πάνω σ’ αυτήν την προσπάθεια διακανονισμού της εργασιακής διαδικασίας, σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο, στηρίχτηκε η οργάνωση του νεοκαπιταλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο από το Δεύτερο Πόλεμο και μετά, η οικοδόμηση του νεοαποικισμού, η οργάνωση της παγκόσμιας αγοράς. Και φυσικά σ’ αυτή την οργάνωση βρίσκεσαι απο τη μια πλευρά η εργατική δύναμη της μητρόπολης, από την άλλη η εργατική δύναμη του τρίτου κόσμου, απαραίτητο στοιχείο για την ισορροπία του συστήματος, και προμηθευτής πρώτων υλών.

Το θέμα όμως των τριών κειμένων είναι ακριβώς η κρίση του συστήματος. Κρίση που επιτέλους μας άνοιξε τα μάτια. Κρίση που ήρθε να δείξει πως η πάλη των τάξεων είναι άμεσος οικονομικός παράγοντας. Η κρίση του πετρελαίου είναι ταυτόχρονα οικονομική και πολιτική κρίση, η κρίση του εργοστάσιου στην Ιταλία ή την Αγγλία το ίδιο. Και τι θα μπορούσαμε να πούμε τέλος για την Πολωνία;

Η κρίση του νεοκαπιταλισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, κρίση Ανατολής και Δύσης, είναι η σκοπιά των τριών κειμένων. Κρίση που είναι άμεσο αποτέλεσμα της εξέγερσης της εργασίας. Έτσι λοιπόν δεν ήρθε πρώτα η κρίση, όπως μας λιβανίζουν όλες οι εισηγήσεις, «κατά συνέπεια» οξύνονται οι πολιτικές συγκρούσεις, αλλά η ίδια η όξυνση των πολιτικών συγκρούσεων προκαλεί την κρίση, που με τη σειρά της έρχεται να προκαλέσει μια νέα πολιτική και κοινωνική κίνηση. Η «οικονομία» κατεβαίνει από το βάθρο της «αντικειμενικότητας» και γίνεται συνάρτηση της ταξικής πάλης. Και η κρίση είναι, θα ‘λεγε κανείς, η τυπική απεικόνιση αυτής της πραγματικότητας.

Κρίση και αυτονομία λοιπόν. Ήδη η κρίση του κεφαλαίου είναι αποτέλεσμα της αυτονομίας, και συνέπεια της κρίσης είναι η παραπέρα ανάπτυξη αυτής της αυτονομίας. Αυτή είναι η δεύτερη κατευθυντήρια γραμμή. Η απελευθέρωση της αυτονομίας μέσα από την κρίση, η ανάπτυξη της αυτονομίας πέρα από την κρίση, με στόχο την επανάσταση.

Κρίση και αυτονομία. Και περνάμε παραπέρα. Η επόμενη συνέπεια είναι η όξυνση της προσπάθειας απάντησης του κεφαλαίου στο επίπεδο της σύνθεσης της εργατικής τάξης: στις εποχές των κρίσεων το κεφάλαιο επιτίθεται πάντα στη σύνθεση της εργατικής τάξης και προσπαθεί να γεννήσει μια νέα. Η συνέπεια εκδηλώνεται σε τρία επίπεδα, ανάπτυξη του κοινωνικού προλετάριου στη Δύση, σύγκρουση του εργάτη – μάζα με την άρχουσα τάξη της Ανατολής (βλ. Πολωνία) ανάπτυξη της εργατικής τάξης και των προλεταριακών μαζών στον Τρίτο Κόσμο.

Στο επίπεδο της παγκόσμιας οργάνωσης της παραγωγής, χρίση σημαίνει όξυνση των διεθνών αντιθέσεων και πρώτα απ’ όλα χρίση στις σχέσεις μητροπόλεων – περιφέρειας και όξυνση της αντιπαράθεσης των υπερδυνάμεων. Σημαίνει αγώνα ταχύτητας ανάμεσα στην εργατική αυτονομία και τον πόλεμο, για την έξοδο από την κρίση.

Απέναντι στο κράτος, που διογκώνεται για να αντιμετωπίσει την εργατική τάξη και μεταβάλλεται, αρχικά από την εποχή τον μεσοπόλεμου και γενικευμένα από τον δεύτερο πόλεμο και μετά, στον κύριο ρυθμιστή της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου, ορθώνεται η νέα εργατική τάξη του ταιηλορισμού και του φορντισμού, η εργατική τάξη της αποσυνθεμένης εργασίας, της εργασίας έξω και πέρα από την «έλξη της εργασίας», της εργασίας που στρέφεται ενάντια στην εργασία. Έτσι η εργατική τάξη στρέφεται ενάντια στο κράτος μέσα από τον αγώνα της. Αυτή η συγχώνευση οικονομικού και πολιτικού στοιχείου, μέσα από τη σύγκρουση με το κράτος, αποτελεί διαπίστωση –πραγματικότητα του σύγχρονου εργατικού αγώνα. Η ζωντανή εργασία συγκρούεται με το κράτος, αρνείται και «μισεί.» τη νεκρή —αντικειμενοποιημένη εργασία που επιβάλλεται πάνω της, οδηγείται στην άρνηση της εργασίας, φαινόμενο που όλο και περισσότερο χαρακτηρίζει τις σύγχρονες κοινωνίες. Η ζωντανή εργασία ενάντια στο κράτος, ενάντια στην εργασία, σαν καπιταλιστική τέτοια.

Το καπιταλιστικό κράτος όμως, μπρος στην χρίση, χάνει το «τελικό» αποφασιστικό βήμα τον. Από την τυπική υποταγή των υπόλοιπων κοινωνικών και παραγωγικών διαδικασιών στις ανάγκες αξιοποίησης τον κεφαλαίου, από το ρίξιμο του κόστους της «μη παραγωγικής εργασίας», ώστε να μειωθεί το κόστος της αξιοποίησης, προχωράει ένα βήμα παραπέρα –αλλά τι βήμα. Υποτάσσει άμεσα την εργασία έξω από το εργοστάσιο στις διαδικασίες καπιταλιστικής εκμετάλλευσης τον εργοστάσιου. Έτσι το εργοστάσιο «διαχέεται» έξω από τους τοίχους του, γίνεται κοινωνικό εργοστάσιο, το κράτος γίνεται εργοστάσιο, το κοινωνικό εργοστάσιο.

Ο μισθωτός γίνεται κοινωνικός εργάτης. Και την εποχή της κρίσης, κοινωνικός προλετάριος, πριν ακόμα γίνει εργάτης. Φυσικά δεν πρόκειται για μια ολοκληρωμένη διαδικασία, αλλά είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα της διεύρυνσης της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Το κράτος ξεκινάει από το κράτος – «νυχτοφύλακα» τον 19ου αιώνα, που εξασφαλίζει δηλαδή τους εξωτερικούς όρους –πολιτικούς– της κεφαλαιακής αξιοποίησης. Στη συνέχεια περνάει στο κεϋνσιανο κράτος, και το κράτος – προστάτη, δηλαδή το κράτος που αναλαμβάνει τη συνολική οικονομική ρύθμιση, τη ρύθμιση στα πλαίσια της αγοράς, τη ρύθμιση της εργατικής δύναμης, την αναπαραγωγή της μέσα από το κράτος «πρόνοιας», κλπ. Και τέλος, στην τελική του μεταμόρφωση, στο κράτος που, σα συνολικός εκφραστής του κεφαλαίου, αναλαμβάνει άμεσα τις διαδικασίες της καπιταλιστικής αξιοποίησης, που μεταβάλλει την κοινωνία σε εργοστάσιο. Αυτό που κάποτε έλεγαν οι αστοί, για το σοσιαλισμό, ότι δηλαδή θέλει να κάνει τον κόσμο ένα εργοστάσιο, αναλαμβάνει να το πραγματοποιήσει το ίδιο το κεφάλαιο. Έτσι το επαναστατικό υποκείμενο διευρύνεται. Εργάτης – μάζα, κοινωνικός εργάτης, κοινωνικός προλετάριος, οι νέες κοινωνικές φιγούρες της εργατικής τάξης την εποχή της κρίσης! Εδώ πρόκειται για ένα νέο πεδίο στην εργατική έρευνα, ένα πεδίο που, στο βαθμό που επαληθεύεται, θα αποτελέσει μια θεωρητική και πολιτική επανάσταση. Η διεύρυνση τον υποκειμένου –κάτι που από τη δεκαετία του 60 και μετά παρατηρείται σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες με την εμφάνιση φοιτητών, νεολαίων, γυναικών, «χαρτογιακάδων» κλπ.– θα έχει βρει την επαλήθευση της, τους μαρξιστικούς «τίτλους ευγενείας» της, θα ξεπεραστεί έτσι η ενοχή της αναφοράς σ’ αυτά τα κινήματα.

Φυσικά η οπτική σε κείμενα που απέχουν μεταξύ τους έξη χρόνια, σε μια εποχή μάλιστα προσπάθειας διαμόρφωσης μιας νέας μαρξιστικής αντίληψης, είναι φυσικό να μην είναι εντελώς ίδια. θα λέγαμε ότι όσο παλιότερα είναι τα κείμενα τόσο πιο «εξωτερική» και πιο περιγραφική είναι αυτή, προσπαθεί δηλαδή περισσότερο να δώσεί την εξωτερική έκφραση των φαινόμενων, και όσο πιο πρόσφατα, τόσο περισσότερο συγκεντρώνονται στη μελετητής «εσωτερικής» διαδικασίας, δηλαδή τη μελέτη της εργασιακής σχέσης, της καπιταλιστικής αλλοτρίωσης, ξεπερνώντας τα επιφαινόμενα. Αυτή η διαφορά εγγράφεται τελικά στην πορεία της ίδιας της σκέψης του κινήματος μας, της ίδιας της μαρξιστικής σκέψης στην Ελλάδα, αλλά και γενικότερα στην Ευρώπη, που ακριβώς έχει αυτή την κίνηση, από τη γενική φιλοσοφία της αλλοτρίωσης, από την εξωτερική μελέτη των αντιθέσεων, από την πολιτική, ανακαλύπτει και πάλι το «Κεφάλαιο», δηλαδή την πρωταρχικότητα της εργασιακής σχέσης.

Έτσι το παλιότερο κείμενο, για την περιγραφή της διεθνούς κατάστασης, έχει οπωσδήποτε μια πιο εξωτερική σκοπιά. Επιπλέον, ένα κείμενο γραμμένο στα 1976, την «κλασσική εποχή» της κυριαρχίας των γκρουπούσκουλων, της αναφοράς ακόμα στην Κίνα ή τον Τριτοκοσμισμό, είναι φυσικό να φέρει τα στίγματα εκείνης της περιόδου. Όμως παρόλα αυτά, παραλές τις ελλείψεις –στη μεθοδολογία– η βασική τον οπτική είναι ήδη πέρα από τον κόσμο των γκρουπούσκουλων, πέρα από την τυφλή αναφορά σε κάποιο πρότυπο. Είναι ήδη ένα κείμενο που εντάσσεται σε μια επιστημονική προοπτική και όχι στην ιδεολογική συσκότιση. Ακόμα παραπέρα, στο βαθμό που πρόκειται για κείμενο ανάλυσης «συγκυρίας», έχει πολλά πράγματα συζητήσιμα σήμερα ή που απλά έχουν ξεπεραστεί. Και φυσικά δε θα πρέπει να αποσιωπήσουμε κάτι το βασικό –την υπερβολική του αισιοδοξία– πράγμα που ίσως εκφράζει τόσο τάσεις τον συγγραφέα τους όσο, πιστεύω, και τους απόηχους ακόμα της διαφορετικής συγκυρίας των χρόνων τον 60 και των αρχών της δεκαετίας του 70, των χρόνων της μεγάλης αισιοδοξίας, της «επίθεσης στον ουρανό». Ο Μάης, η κινέζικη πολιτιστική επανάσταση, η νίκη ντο Βιετνάμ και την Καμπότζη ήταν πολύ κοντά. Η Πορτογαλία μόλις είχε τελειώσει. Μόλις που άρχιζε η μεγάλη απογοήτευση της δεκαετίας τον 70.

Έτσι οι εξελίξεις στην Κίνα και τη Ρωσία, ενώ κατά τη γνώμη μου διαγράφονται ήδη σωστά, ωστόσο αντιμετωπίζονται με υπερβολική αισιοδοξία. Ενώ π.χ. σωστά διαγράφονται οι τάσεις της Ρωσίας για πόλεμο ήδη από τότε, ωστόσο υποτιμιέται η στρατιωτική πλευρά, ότι δηλαδή η Ρωσία έτεινε να κατακτήσει τη στρατιωτική υπεροπλία, και ταυτόχρονα υπάρχει μια υπεραισιοδοξία στην πολιτική πλευρά. Ενώ, για παράδειγμα, επισημαίνεται η πτώση της αμερικάνικης υπερδύναμης, όμως η αναστροφή της αμερικάνικης πολιτικής για αντιμετώπιση της Ρωσίας θα εκφραζόταν πέντε ολόκληρα χρόνια αργότερα, γεγονός που σήμανε αντίστοιχα κέρδη για τη Ρωσία. Ταυτόχρονα δίνεται, κατά τη γνώμη μου, μια υπερβολική διάσταση στην αυτονομία τον Τρίτον Κόσμου, με βάση την «τάση» στην αυτονομία και την οικονομική πραγματικότητα, αλλά δεν παίρνεται αρκετά υπόψη το πολιτικό και στρατιωτικό στοιχείο, ότι δηλαδή –ιδιαίτερα με την έκλειψη της Κίνας από το προσκήνιο τον Τρίτον Κόσμου– η Ρωσία είχε τη δυνατότητα να μεταβληθεί σε «πόλο» για τον Τρίτο Κόσμο, αν μάλιστα υπολογίσουμε και τις τάσεις στον κρατικό καπιταλισμό που ενυπάρχουν σ’ αυτές τις χώρες. Έτσι, μέσα σ’ αυτά τα έξη χρόνια, η Ρωσία κέρδισε καταπληκτικές θέσεις στην Αφρική, και εμφανίζεται σαν ο «τσάμπιον» τον Τρίτον Κόσμου. Παράλληλα βέβαια δεν παίρνεται αρκετά υπόψη η ταχύτητα της Κινέζικης υποχώρησης και της ανόδου της αντεπανάστασης. Βέβαια το κείμενο γράφτηκε τις ίδιες μέρες που έπεφταν οι «τέσσερις» στην Κίνα, όμως….

Έτσι ενώ στο επίπεδο της οικονομικής ανάλυσης, των τάσεων, της φύσης των καθεστώτων, πιστεύουμε πως το κείμενο παραμένει σωστό και για σήμερα, υπάρχει μια διχοτόμηση ανάμεσα στην «περίσκεψη» που έπρεπε να επιβάλει η ανάλυση των πραγματικών τάσεων, που καταγράφονται, και την «επαναστατική αισιοδοξία», δηλαδή όλη εκείνη τη βαρεία κληρονομιά τον «κομμουνιστικού κινήματος», την «παιδική αρρώστια του», που οδηγούσαν σε «απαραίτητα» αισιόδοξα συμπεράσματα. Και βέβαια όταν λέμε εδώ παράδοση του «κομμουνιστικού κινήματος» εννοούμε αυτή την «καταστατική αισιοδοξία» που το «κομμουνιστικό κίνημα» θεωρούσε καθήκον του να δείχνει. Η άνοδος του Χίτλερ για παράδειγμα ήταν «νίκη» του κινήματος, γιατί άνοιγε το δρόμο στην επανάσταση! Το 1946-47 η νίκη ήταν πιο κοντά από το 1944 γιατί ξεκαθαρίστηκαν τα «ταξικά στρατόπεδα», κλπ. κλπ. Όλη αυτή η παράδοση τον πολιτικού κρετινισμού που θεωρούσε εγκληματική και ηττοπαθή οποιαδήποτε ανάλυση δεν κατέληγε στην «αναπόφευκτη νίκη», που στοίχισε εκατομμύρια ζωές και ατελείωτες ήττες, μέσα στο σκοτάδι μάλιστα, μεταφέρθηκε με διεστραμμένο τρόπο και στο σύγχρονο επαναστατικό κίνημα. Το κλίμα τον 68 ήταν το κλίμα «Padroni, borgesi ancora pochi mesi» («Αφεντικά, μπουρζουάδες, ακόμα λίγους μήνες»), κλίμα που τόσο ακριβά πλήρωσε το κίνημα, με το ίδιο το αίμα του, ιδιαίτερα στην Ιταλία σε ότι αφορά την Ευρώπη, αλλά που εκδηλώθηκε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη, από την Κίνα μέχρι την Αμερική. Εκείνα τα «ανεπανάληπτα» χρόνια ο κόσμος έμοιαζε να «περνάει απέναντι». Ταυτόχρονα η «κομμουνιστική» παιδεία των περισσότερων οργανώσεων και ομάδων μετέφερε την «παράδοση» και της έδινε νέα ζωή. Έτσι ο Υποκειμενισμός μεταβαλλόταν σε αποφασιστικό στοιχείο της ανάλυσης. Υποκειμενισμός που στηριζόταν κύρια στον «κοινωνιολογισμό», δηλαδή την επίμονη στις κοινωνικές διαδικασίες και την αυτόματη μεταφορά τους στο πολιτικό επίπεδο, πράγμα που φυσικά είχε σα συνέπεια να αγνοείται το γεγονός ότι το πολιτικό επίπεδο έχει μια αναπτυγμένη αυτονομία και ότι αποτελεί ένα αποκρυστάλλωμα της ιστορίας που δύσκολα σπάει. Έτσι λοιπόν χι αυτή η ανάλυση για τη διεθνή κατάσταση κουβαλάει όλα αυτά τα στοιχεία. Όμως, και επιμένουμε σ’ αυτό, ήδη από τότε η κυρία γραμμή ήταν η έξοδος από τον υποκειμενισμό. Ο «επαναστατικός» υποκειμενισμός ήταν ήδη η δευτερεύουσα πλευρά αυτής της ανάλυσης.

Πάντως δεν παύει να αναφέρεται στο κεντρικό σχήμα των τριών κειμένων που δίνονται εδώ το σχήμα της προτεραιότητας της ταξικής πάλης απέναντι στην «άσφαλτη» πορεία των οικονομικών νόμων.

Ένα ακόμα σημαντικό ζήτημα σχετικά με το οποίο αυτό το κείμενο εμφανίζεται «γερασμένου είναι η ανάλυση του πάνω στην Κίνα. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτό το κείμενο γραφόταν δυο μήνες μετά το θάνατο του Μάο, ένα μήνα μετά την ήττα των τεσσάρων, και από κάποιον «μαοϊκό». Εντελώς φυσικά λοιπόν αυτή η ανάλυση δίνει κατ’ αρχήν μεγάλο βάρος στην εξέταση του τι συνέβη στην Κίνα, που εκείνη τη στιγμή ήταν το κέντρο όχι μόνο της παγκόσμιας επικαιρότητας αλλά και των ερωτημάτων σε σχέση με τη φύση των μεταβατικών κοινωνιών. Σήμερα μάλιστα μοιάζει να συμβαίνει το εντελώς αντίθετο, η Κίνα, το 1/4 του πλανήτη, παρουσιάζει μια έκλειψη από το διεθνές ενδιαφέρον και πλήρη εξαφάνιση από τον προβληματισμό του κινήματος. Ιδιαίτερα οι νεώτερες «γενιές», οι μετά το 1975 ή και το 1980, έχουν μια εντελώς αμυδρή εικόνα (αν έχουν μια κάποια) για την Κίνα και για το πρόβλημα «σοσιαλισμός» ή μεταβατικές κοινωνίες.

Παραπέρα οι ίδιες οι απόψεις για την Κίνα είναι φυσικό να καθορίζονται όχι μόνο από τα ιδεολογικά όρια της στιγμής αλλά ακόμα περισσότερο από την αναμονή των εξελίξεων στην ίδια την Κίνα.

Έτσι τότε δεν μπορούσαμε ακόμα να δούμε το ρόλο που είχε παίξει το «κέντρο» —Τσου εν Λάι και στη συνέχεια Χούα Κούο Φενγκ— για την παλινόρθωση της δεξιάς, ούτε μπορούσαμε να φανταστούμε ότι η δεξιά θα ανέβαινε τόσο γρήγορα στην εξουσία με τον Τένγκ, και ότι προχωρούσε μάλιστα σε ανοιχτή κριτική του Μάο και σε ανοιχτή και πλήρη καταδίκη της Πολιτιστικής Επανάστασης.

Γενικότερα εκείνη την εποχή, και με βάση την πληροφόρηση που Είχαμε, εμφανίζαμε μια ταύτιση με τις απόψεις τον Μάο και των «τεσσάρων», και μια ανοιχτή κριτική της «υπεραριστεράς» των ερυθροφρουρων. Σήμερα η τοποθέτηση μας θα ήταν οπωσδήποτε πιο προσεκτική. Γιατί παρόλο που πιστεύουμε ότι η «υπεραριστερά» δεν μπορούσε να κερδίσει, μια και τελικά το κίνημα της πολιτιστικής Επανάστασης δεν έγινε ποτέ πλειοψηφικό στην κινέζικη κοινωνία, δηλαδή δε μπόρεσε να ξεπεράσει τα όρια των νέων και μιας εργατικής πρωτοπορίας, όμως ίσως η στάση «ισορροπίας» του Μάο και της «προλεταριακής αριστεράς» της Σαγκάης να ήταν υπερβολική. Πάντως είναι σίγουρο πως σήμερα η οπτική θα ήταν διαφορετική. Το βάρος θα έμπαινε περισσότερο στις πραγματικές διαδικασίες των αλλαγών στο επίπεδο των κοινωνικών δυνάμεων, και έτσι θα επισημαίναμε περισσότερο τα προβλήματα που μπαίνουν σε μια μεταβατική κοινωνία και τις δυσκολίες του προχωρήματος της επανάστασης σε μια χώρα απομονωμένη και καθυστερημένη από την άποψη των παραγωγικών δυνάμεων, και όχι στην «εξήγηση» εκ των υστέρων της άλφα ή βήτα στροφής του Μάο. Μ’ αυτή την έννοια υπάρχουν ορισμένα απολογητικά στοιχεία στην έκθεση για την Κίνα.

Γιατί λοιπόν αφήνουμε σχεδόν άθικτα τα αντίστοιχα κομμάτια του κειμένου;

Για δυο βασικούς λόγους: αρχικά γιατί πιστεύω πως η ανάλυση σε ότι αφορά στα βασικά σημεία και προβλήματα της κινέζικης και της ρώσικης επανάστασης εξακολουθεί να εκφράζει τις απόψεις μου, με όλες τις επιφυλάξεις που επισήμανα παραπάνω. Και ο δεύτερος, ίσως βασικότερος λόγος, είναι ότι η υπενθύμιση και πάλι στο κίνημα μας των προβλημάτων της μετάβασης είναι αποφασιστικής σημασίας. Γιατί μόνο όταν καταπιαστεί κανείς με τα συγκεκριμένα Αιτήματα της μετάβασης και των μεταβατικών κοινωνιών μπορεί να αντιμετωπίσει πραγματικά τα ζητήματα της σύνθεσης που χρειάζεται το κίνημα ανάμεσα στην «τάση», ανάμεσα στην κοινωνική φύση της εργασίας, και τη συγκεκριμένη κάθε φορά διαμόρφωση της πραγματικότητας. Τα ζητήματα της μετάβασης μας προσγειώνουν και πάλι στον υπαρκτό κόσμο. Το επαναστατικό κίνημα, έχοντας σταδιακά χάσει οποιοδήποτε σημείο αναφοράς σε κάποια μεταβατική κοινωνία, ανάπτυξε οπωσδήποτε τη σκέψη του έξω από τα όρια και τη φυλακή που του επέβαλαν κάποια πρότυπα, είτε της Οκτωβριανής επανάστασης, είτε πιο πρόσφατα της Κίνας. Όμως αυτή η «απελευθέρωση» της σκέψης, που ειδικά στην Ελλάδα είχε θετικές συνέπειες, μεταβάλλεται από ένα σημείο και μετα στο αντίθετο της. Οδηγεί σε έναν «επαναστατικό μηδενισμό», δηλαδή το επαναστατικό κίνημα, η επαναστατική αντίληψη χάνει την οποιαδήποτε ιστορικότητα, δε βλέπει ότι η επανάσταση προχωράει μέσα από συγκεκριμένα ιστορικά πειράματα και εμπειρίες, και ασχολείται μόνο με αφηρημένες κατηγορίες, προβάλλοντας δηλαδή τις τάσεις ή τις απόψεις της χώρας και της στιγμής σε όλη την προηγουμένη ιστορική εμπειρία, και απορρίπτοντας έτσι όλο το προηγούμενο επαναστατικό κίνημα• τέλος, κρατώντας σα σημείο αναφοράς μόνο την οποιαδήποτε εξέγερση και απορρίπτοντας τα ιστορικά πειράματα μετάβασης. Αυτή η στάση οδηγεί σε άκρατο υποκειμενισμό σε σχέση με τα εσωτερικά ζητήματα και αμηχανία στα εξωτερικά. Έτσι, ποια στάση θα πάρουμε απέναντι σε εμπειρίες όπως της Νικαράγουας, τον Σαλβαντόρ ή ενός άλλον κινήματος αύριο, σε περίπτωση νίκης τον; Είναι καιρός νομίζουμε, αφού πρώτα «απελευθερωθήκαμε» από τη δογματική ή θρησκευτική προσκόλληση σε κάποια πρότυπα, ή ακόμα και σε κάποιους «πρότυπους» επαναστάτες, είτε το Λένιν, είτε το Μάο, να ξαναδούμε κριτικά τις εμπειρίες της επαναστατικής μετάβασης και τα προβλήματα που βάζει, ώστε να διαμορφώσουμε ένα δικό μας πρότυπο μετάβασης, που βέβαια θα στηριχτεί στην παλιά εμπειρία και που αποτελεί, τουλάχιστο στην εποχή μας, αναγκαίο όρο για την ανάπτυξη τον επαναστατικού κινήματος.

Ίσως μάλιστα λοιπόν, παρά τις ελλείψεις, αυτός να αποτελεί και έναν από τους κυριότερους λόγους που θεώρησα αναγκαία την ένταξη αυτόν του κειμένου στη συλλογή.

Θα λέγαμε ότι μεθοδολογικά τα κείμενα αυτά ανήκουν στην αντίληψη του «επαναστατικού υποκειμενισμού», δηλαδή της ενσωμάτωσης του υποκειμενικού στοιχείου —της πάλης των τάξεων— στην κίνηση του παγκόσμιου κεφαλαίου και της μεταβολής του σε πρωταρχικό παράγοντα αυτής της κίνησης. Η ανθρώπινη εργασία, από παράγοντας σχεδόν οικονομικός, «αντικειμενικός», την εποχή των αρχών τον 19ου αιώνα, μεταβάλλεται (και σταθμοί σ’ αυτό είναι το 1848, η Κομμούνα, και τελικά ο Οκτώβρης του 1917) σε ενεργό παράγοντα, υποχρεώνει την καπιταλιστική συσσώρευση να περιλάβει την πολιτική συνιστώσα στην ανάπτυξη της. Η κινέζικη επανάσταση ανοίγει την περίοδο μεταβολής σε πολιτικό παράγοντα της εργασίας του τρίτου κόσμου, δηλαδή της αγροτιάς και τον προλεταριάτου. Η αστική τάξη λοιπόν οργανώνεται παγκόσμια με βάση όλο και περισσότερο πολιτικές αρχές. Η αξιοποίηση τον κεφαλαίου περνάει από τον πολιτικό διακανονισμό σε παγκόσμιο επίπεδο. Η εργασία αρχίζει να αυτονομείται από το κεφάλαιο σε παγκόσμιο επίπεδο, και εμείς ζούμε σήμερα την εποχή της αυτονομίας της.

Κρίση λοιπόν της νεοκαπιταλιστικής οργάνωσης και αυτονομία. Αυτές είναι οι κατευθύνσεις της ανάλυσης.

Υ.Γ. Τα κεφάλαια που δεν υπήρχαν στην αρχική έκδοση του 2ου κειμένου έχουν γραφτεί με μικρότερα τυπογραφικά στοιχεία